ναοῦ εἶναι κάτι τό δευτερεῦον. Οἱ πρῶτοι χριστιανοί συνέρχονταν ἀκόμη καί σέ σπίτια. Ἤ, στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, στίς κατακόμβες. Κι ἐκεῖ πού σήμερα δέν ὑπάρχει ναός, εἶναι βέβαιο πώς ἀργότερα μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ θά κτιστεῖ. Τό κατ’ ἐξοχήν γεγονός πού ἐκφράζει καί ἀναδεικνύει μία σύναξη πιστῶν σέ ἐκκλησιαστική ἐνορία εἶναι ἡ συνάθροισή τους γιά νά τελοῦν τή θεία Λειτουργία. Ἡ προσφορά τῆς θείας Εὐχαριστίας καί ἡ συμμετοχή τῶν πιστῶν στήν κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ συγκεκριμένη συνάθροιση εἶναι ἀληθής Ἐκκλησία καί καθιστοῦν ἁπτή πραγματικότητα τήν ἑνότητα ὅλων μέ τόν Κύριο καί σωτῆρα Ἰησοῦ καί μεταξύ τους ὡς ἀδελφῶν καί μελῶν ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
Μία ἐνορία δέν λειτουργεῖ αὐτόνομα. Ἀνήκει, εἶναι ἐνταγμένη σέ μία ἐπισκοπή, μία Μητρόπολη ὅπως λέμε σήμερα. Συνδέεται, δηλαδή, ὀργανικά μέ τήν ὅλη Ἐκκλησία, ὅπου γῆς καί ἄν βρίσκεται, μέσῳ τοῦ ὀρθοδόξου καί κανονικοῦ ἐπισκόπου-Mητροπολίτου τῆς πόλεως, τῆς περιοχῆς στήν ὁποία βρίσκεται ἡ ἐνορία.
Στήν ἀποστολική ἐποχή οἱ χριστιανοί συναθροίζονταν σέ μία εὐχαριστιακή σύναξη μέ παρόντα καί ἐπικεφαλῆς τόν ἐπίσκοπό τους μαζί μέ τούς πρεσβυτέρους καί διακόνους. Λίγο ἀργότερα ὅμως, ὅταν αὐξήθηκαν οἱ πιστοί, ἄρχισαν νά δημιουργοῦνται ξεχωριστές τοπικές συνάξεις -ἐνορίες δηλαδή-, ἐπικεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦταν πλέον πρεσβύτεροι.
Αὐτό πού ἰσχύει γιά μία ἐνορία –ὁ ὀργανικός σύνδεσμός της μέ τήν ἐπισκοπή-Μητρόπολη τῆς περιοχῆς–, ἰσχύει καί γιά τόν πρεσβύτερο-ἐφημέριο πού διαποιμαίνει μιά ἐνορία. Συνδέεται ἄρρηκτα μέ τόν ἐπίσκοπό του ἀπό τόν ὁποῖο διά τῆς χειροτονίας ἔλαβε τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, τόν μνημονεύει σέ κάθε θεία Λειτουργία ἤ ἄλλη ἐκκλησιαστική ἀκολουθία καί τελεῖ τή θεία Εὐχαριστία πάνω σέ ἀντιμήνσιο πού ἔχει καθιερώσει ὁ ἐπίσκοπος καί φέρει τήν ὑπογραφή του.