Πρόλογος ὲ μάτια δακρυσμένα, φωνὴ παλλόμενη ἀπὸ συγκίνηση καὶ καρδιὰ φλεγόμενη ἀπὸ ἀγάπη καὶ στοργὴ ἀπευθύνθηκε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸς Χριστόδουλος (28.4.1998 - 28.1.2008) τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεως του στὸν θρόνο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, (9.5.2008) ὅταν ἀνελάμβανε τὰ ποιμαντικὰ καθήκοντά του περικυκλωμένος ἀπὸ τὸ ἐνθουσιασμένο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας στοὺς νέους λέγοντάς τους:
«...Τελειώνοντας, ἀπευθύνομαι εἰδικὰ στοὺς Νέους τῆς Πατρίδας μας καὶ τοὺς λέγω. Παιδιά μου, χρυσὰ τῆς Ἑλλάδος παιδιά. Εἶσθε τὸ καμάρι τοῦ Γένους, ἡ δαφνοστεφανωμένη ἀπαντοχή μας. Ὅμως σᾶς πονέσαμε πολὺ μὲ τὴν ὑποκρισία μας καὶ εὐτελίσαμε μέσα σας τὴν ἔννοια τοῦ χρέους. Σᾶς χρεώνουμε τὶς παρεκτροπές σας, ἐνῶ εἴμαστε οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοί των. Σᾶς στερήσαμε τὴν ἀγάπη, σᾶς ἀφήσαμε ἕρμαιους στὰ κύματα τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς Βαβυλώνας. Σᾶς ἀναγκάσαμε νὰ ζῆτε σ’ ἕναν κόσμο ἀπάνθρωπο, ἀνηλεῆ καὶ ἀνοικτίρμονα. Σᾶς ὑποδείξαμε νὰ ἀκολουθήσετε δρόμους, ποὺ ἐμεῖς δὲν βαδίζαμε. Σᾶς ἀφαιρέσαμε τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα. Γκρεμίσαμε ἀπὸ μέσα σας κάθε ἰδανικό. Κι ὅμως λέμε ὅτι σᾶς ἀγαπᾶμε. Σεῖς, μὲ τὴν ὀξύνοιά σας καταλάβατε τὴν ἀσυνέπειά μας.