Οἱ Σαμαρεῖται δέν πήγαιναν στήν Ἰουδαίαν, καί οἱ Ἰουδαῖοι ἀπέφευγαν νά περνοῦν ἀπό τήν Σαμάρειαν. Δέν τοῦ εἶπεν ὅμως τίποτε, δέν τόν ἐχαιρέτισε κάν. Ἀλλά ἐκεῖ πού ἀντλοῦσε νερό, ὁ ξένος τῆς ἐζήτησε νά τοῦ δώση νά πιῆ. Ἡ Σαμαρεῖτις ἀπόρησε, καί δέν τοῦ τό ἀπέκρυψε. «Ἐσύ, τοῦ εἶπε, εἶσαι βέβαια Ἰουδαῖος. Πῶς λοιπόν ζητεῖς νερό ἀπό ἐμέ πού εἶμαι Σαμαρεῖτις»; Οἱ Ἰουδαῖοι ἀποφεύγουν αὐστηρά τούς Σαμαρείτας.
Ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε: «ἐάν ἐγνώριζες τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ποῖος εἶμαι ἐγώ πού σοῦ ζητῶ νερό, ἐσύ θά μοῦ ἐζητοῦσες τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ καί θά σοῦ ἔδιδα ὕδωρ ζωῆς».
Ἡ γυναῖκα δέν ἐκατάλαβε φυσικά, καί ἀπεκρίθη. «Κύριε, ἐσύ δέν ἔχεις ἀντλητήρι1 καί τό πηγάδι εἶναι τόσον βαθύ. Ἀπό ποῦ λοιπόν θ’ ἀντλήσης τό ὕδωρ τῆς ζωῆς»; Ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε: «ὅποιος πίνει ἀπό τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ αὐτοῦ θά ξαναδιψάση˙ ὅποιος ὅμως πιῆ ἀπό τό νερό πού θά τοῦ δώσω ἐγώ, δέν θά διψάση πιά ποτέ του˙ ἀλλά τό ὕδωρ πού θά τοῦ δώσω ἐγώ, θά γείνη μέσα του πηγή, πού θά τοῦ χαρίζη ζωήν αἰώνιον».
1. Κουβά