Μετάβασι στὸ περιεχόμενο
ΒιβλιοθήκηἹ. Μ. Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ
«Ἑορτάσωμεν»σελ. 1 ἀπὸ 2
1

τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὅτι «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν καὶ αὐτὸς ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν διὰ σώματος, ἵνα ἡμεῖς τοῦ ἀοράτου Πατρὸς ἔννοιαν λάβωμεν καὶ αὐτὸς ὑπέμενε τὴν παρ’ ἀνθρώπων ὕβριν, ἵνα ἡμεῖς ἀφθαρσίαν κληρονομήσωμεν» («Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καί τῆς διά σώματος πρός ἡμᾶς ἐπιφανείας αὐτοῦ» Β.Ε.Π.Ε.Σ. 30, 119). Δηλαδή, ὅτι ὁ Θεός μέ τήν σάρκωσή Του ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός κατά χάρη, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦφανερώθηκε μέ ἀνθρώπινη σάρκα γιά νά μᾶς ἀποκαλύψει τόν ἀόρατο Θεό Πατέρα κατά τόν λόγο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. ὁμονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρὸς ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάννου αʹ 18) καί ὅτι Αὐτός ὑπέμεινε τήν ὕβρη τῶν ἀνθρώπων, αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον, γιά νά κληρονομήσουμε τήν ἀφθαρσία καί τήν ἀθανασία.

Ὁ Θεός ἔρχεται ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, γιά νά ἀνέβει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό. Ὁ Θεός μετέλαβε τοῦ χείρονος, δηλαδή τοῦ κατωτέρου ὡς πρός Αὐτόν, γιά νά μεταδώσει σέ μᾶς τοῦβελτίονος ὡς πρός ἐμᾶς.

Ὁ ἅγιος Πατέρας μας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διδάσκει προτρέποντας τούς πιστούς· «Γενώμεθα ὡς Χριστός, ἐπεὶ καὶ Χριστὸς ὡς ἡμεῖς. γενώμεθα θεοὶ δι’ αὐτόν, ἐπειδὴ κ ἀκεῖνος δι’ ἡμᾶς ἄνθρωπος» (Λόγος Αʹ Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν βραδυτῆτα P.G. 35,397).

Ἡσάρκωση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα θαῦμα, τίς προεκτάσεις τοῦ ὁποίου ὁνοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀδυνατεῖ νά συλλάβει. Πῶς ὁ Θεός πού εἶναι πνεῦμα γίνεται ὑλικός; Πῶς ὁ ἄκτιστος (ἀδημιούργητος) κτίζεται (δημιουργεῖται); Πῶς ὁ ἀχώρητος στούς οὐρανούς χωρεῖται στή μήτρα τῆς γυναικός καί στή φάτνη; Πῶς τόν ἀπρόσιτο ἐγγίζουν οἱ ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι καί τά ἄλογα ζῶα; Πῶς ὁ ἔνδοξος καί δυνατός ἐκδύεται τήν δόξα Του καί τήν δύναμή Του καί δέχεται νά ἐμφανισθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἀσθένεια; Πῶς ὁ ἀναμάρτητος συναναστρέφεται ἁμαρτωλούς; Πῶς ὁ οὐράνιος γίνεται χοϊκός;

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμπεριέλαβε ὅλο τό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων σέ μία φράση «τὸ μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον» (Πρός Τιμόθεον Αʹ γʹ 16). Τά πάντα πραγματοποιήθηκαν μέ τήν εὐδοκία τοῦ οὐρανίου Πατέρα καί τήν συνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Εἶναι ἔργο Θεοῦ, στό ὁποῖο συνεργάσθηκαν πολλοί δίκαιοι. Κορυφαία ἀνάμεσά τους ἡ Θεοτόκος, ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ ὁποία δέχθηκε νά γίνει μητέρα Του, ὅταν ἀπάντησε στόν Ἄγγελο μέ τό: «Ἰδοὺ ἡδούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκᾶαʹ 38).

Οἱ ὕμνοι τῆς θείας λατρείας, τά ἀναγνώσματα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί οἱ λόγοι τῶν πατέρων μας ἀναφέρονται στήν σημασία καί τό νόημα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Οἱπιστοί ὀφείλουν μέ πνευματική ἀναζήτηση, ἐνδιαφέρον καί ἐπιμέλεια νά μελετήσουν γιά νά δυνηθοῦν νά καταλάβουν, νά ἀντιληφθοῦν «τί τὸ πλᾶτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ» ( Πρός Ἑφεσίους γʹ 18-19).

2. Ἡσυμμετοχή μας στήν ἑορτή.

Οἱ ἅγιοι πατέρες μᾶς προτρέπουν νά ἑορτάσουμε μέ θεϊκό καί πνευματικό τρόπο ἀποφεύγοντες τήν ἁμαρτία καί τήν πονηρία «ὡς δοκεῖ τῷ πνεύματι», (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΑʹ, «Εἰς τήν Πεντηκοστήν», Β.Ε.Π.Ε.Σ 60,111), δηλαδή ὅπως νομίζει τό ἅγιο Πνεῦμα, ὁ Θεός, πού ἐμπνέει ὁλόκληρη τήν ζωή μας. Πῶς «δοκεῖ τῷ Πνεύματι»; α) Νά σεβόμαστε τόν Θεό.

Ἑορτάζουμε γιά νά αὐξήσουμε τήν πίστη μας, γιά νά τήν στερεώσουμε, ὥστε νά εἶναι δυνατή. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ τήν κοινή λατρεία, μέ τήν πνευματική μελέτη, μέ τήν ἀνάγνωση τῶν θείων γραφῶν, μέ τήν προσευχή καί τήν κατάλληλη πνευματική κατάρτιση.

β) Νά συμμετέχουμε στή λατρεία καί στήν κοινή προσευχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.

Οἱπιστοί συγκροτοῦν τήν προσευχόμενη κοινότητα, τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει κέντρο τῆς προσευχῆς της τήν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Οἱπιστοί συγκεντρώνονται, συνάγονται καί τελοῦν τήν θεία Λειτουργία εὐχαριστοῦντες τόν Θεό Πατέρα «ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων» (Εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς τῆς θείας Λειτουργίας).

γ) Μέ «ἔνδυμα γάμου».

Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἡμετά συντριβῆς καρδίας ὁμολογία τῆς μετάνοιάς μας γιά τίς ἁμαρτίες μας. Ἡ ἁμαρτία διακόπτει τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Γιά νά ἀρθεῖ ἡδιακοπή καί νά συνδεθεῖ ὁ ἄνθρωπος πάλι μέ τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀναγνωρίσει τήν ἁμαρτία του καί μέ ταπείνωση νά ζητήσει ἀπό τόν φιλάνθρωπο Θεό Πατέρα νά τόν ἀποκαταστήσει. Χωρίς μετάνοια καί ἐξομολόγηση δέν μποροῦμε νά πλησιάσουμε τόν Θέο Πατέρα. Πολύ περισσότερο δέν μποροῦμε νά προσέλθουμε στό μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας χωρίς νά ἔχουμε καθαρισθεῖ πνευματικά. Ὁ Κύριός μας ἐπεσήμανε αὐτή τήν ἀνάγκη μέ τήν παραβολή τοῦ γάμου τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλέως «Εἰσελθὼν δὲ ὁβασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου καὶ λέγει αὐτῷ. ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ᾧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ὁδὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁβασιλεὺς τοῖς διακόνοις. δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸν ἐξώτερον» (Ματθαίου κβʹ 11-13).

δ) Νά προσέλθουμε στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Μέ τήν θεία Κοινωνία τοῦ ἁγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό καί δι’ Αὐτοῦ λαμβάνουμε ὅλες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁτρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» ( Ἰωάννου στʹ 53-54).

Ἂν διαβάζετε σὲ ἄλλη γλῶσσα, ἡ μετάφρασι εἶναι αὐτόματη· ἐπίσημο εἶναι τὸ ἑλληνικὸ κείμενο τῆς ἐκδόσεως. Ἐπιλέξτε μιὰ φράσι γιὰ νὰ τὴ μοιραστεῖτε ὡς κάρτα.