Μετάβασι στὸ περιεχόμενο
ΒιβλιοθήκηἹ. Μ. Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ
Ἐκκλησίασελ. 1 ἀπὸ 2
1

«πρό καταβολῆς κόσμου» κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στό θέμα αὐτό στό προοίμιο τῆς πρός Ἐφεσίους ἐπιστολῆς του. «Εὐλογητός ὁ Θεός καί Πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ εὐλογήσας ἡμᾶς ἐν πάση εὐλογία πνευματικῆ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῶ καθώς καί ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῶ πρό καταβολῆς κόσμου εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καί ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπη προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διά Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατά τήν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ εἰς ἔπαινον δόξης τῆς χάριτος αὐτοῦ» (Ἐφεσίους αʹ 3-16).

Ἡ Ἐκκλησία κατά τήν θεόπνευστη Ἁγία Γραφή εἶχε ἀρχίσει νά σκιαγραφεῖται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἢ δη ἀπό τόν καιρό τοῦ Ἀβραάμ καί ἀκόμη παλαιότερον ἀπό τήν δημιουργία τοῦ Ἀδάμ.

Ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς δημιουργίας καί τῆς ζωῆς του ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ἀποτελέσει κοινωνία καί νά πολλαπλασιασθεῖ ζώντας μέ οἰκειότητα καί σέ κοινωνία μέ τόν Θεό Πατέρα του.

Ἀλλά ἡ ἁμαρτία ἐστάθη ἐμπόδιο στό θεϊκό σχέδιο. Ὁ Ἀδάμ ἀντί νά μείνει ἡ κεφαλή ἑνός συνηγμένου λαοῦ γιά νά ζήσει μέ τόν Θεό ἔγινε πατέρας μιᾶς ἀνθρωπότητος διηρημένης ἀπό τό μῖσος, διασκορπισμένης ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἀποφεύγει καί ἀποστρέφεται τόν Δημιουργό της.

Ἐχρειάζετο λοιπόν ἕνας δεύτερος Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος θά ἐνεκαινίαζε μιά νέα δημιουργία, εἰς τήν ὁποία ἡ ζωή κοινωνίας μέ τόν Θεό θά ἀπεκαθίστατο, ἡ ἀνθρωπότητα θά ἐπανεύρισκε τήν ἑνότητά της καί τά μέλη της θά συνεφιλιώνοντο μεταξύ τους καί μέ τόν Δημιουργό Θεό Πατέρα. Ἔτσι ὁ Θεός προετοίμασε στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ τούς προπάτορες καί δικαίους τήν Ἐκκλησία γιά νά πραγματοποιήσει τόν σκοπό τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου.

2. Ἵδρυσι καί θεμελίωσι τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀποκαλύπτει μέ τήν διδασκαλία Του καί θεμελιώνει μέ τό ἔργο Του, κυρίως μέ τόν θάνατό Του, τήν ἀνάστασί Του, τήν ἀνάληψί Του καί τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία ἔρχεται στό φῶς κατά τό Πάσχα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν Αὐτός «μεταβαίνει» ἀπό τόν κόσμο τοῦτο στόν Πατέρα Του (Ἰωάννου ζʹ 1). Μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐλευθερωθεῖ ἀπό τόν θάνατο κι ἔχει γίνει «πνεῦμα ζωοποιοῦν» (Ἰωάννου στʹ 23) ἐμφανίζεται μιά καινούρια ἀνθρωπότητα μιά νέα δημιουργία (Βʹ Κορινθίους γʹ 6).

Οἱ Πατέρες παρομοίασαν τήν Ἐκκλησία μέ τήν Εὔα. Ὅπως ἡ πρώτη, ἡ προμήτωρ Εὔα, ἐπλάσθη ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀποκοιμισμένου Ἀδάμ, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία, ὡς νέα Εὔα, ἐγεννήθη ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τόν ὕπνο τοῦ θανάτου Του.

Τό σῶμα ὅμως τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή οἱ πιστοί, εἶναι ζωντανό μόνο ἄν εἶναι σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ τό Πνεῦμα πού ζωοποιεῖ. Αὐτή ἡ χορηγία ἄρχισε τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὅταν «ἐνεφύσησε» (Ἰωάννου κʹ 21) τό ἀναδημιουργό Πνεῦμα πάνω στούς μαθητές, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ἀπό τόν Ἴδιο (Ἰωάννου ιεʹ 16) καί οἱ ὁποῖοι θά ἀποτελέσουν τούς ἡγέτες καί ἀρχηγούς τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. 3. Εἴσοδος καί παραμονή τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία Μετά τήν Πεντηκοστή ἡ Ἐκκλησία αὐξάνεται μέ ταχύ ρυθμό. Ἡ εἴσοδος σ’ αὐτή γίνεται πρῶτον μέ τήν ἀποδοχή τοῦ λόγου τῶν Ἀποστόλων, πού γεννᾶ τήν πίστι στόν ἀναστημένο Ἰησοῦ, Κύριο καί Χριστό, Ἀρχηγό καί Σωτῆρα καί δεύτερον μέ τό βάπτισμα τοῦ ὕδατος καί τήν ἐν συνεχεία αὐτοῦ χειροθεσία μέ τήν ὁποία χορηγεῖται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τά χαρίσματά TÔ˘.

Παραμένει κάποιος ζωντανό μέλος τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ, ὅταν πληροῖ τίς προϋποθέσεις μιᾶς τετραπλῆς πιστότητος, ὅπως γράφει στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων: «Ἦσαν δέ προσκαρτεροῦντες τῆ διδαχῆ τῶν ἀποστόλων καί τῆ κοινωνία καί τῆ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξεις βʹ 42). Ἤτοι: α) στήν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία στερεώνει καί ἐμβαθύνει τήν πρώτη πίστι, τήν γεννημένη ἀπό τήν διακήρυξι τοῦ μηνύματος τῆς σωτηρίας· β) στήν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν· γ) στήν κλάσι τοῦ ἄρτου, συμμετέχει στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τά λοιπά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας· δ) στίς κοινές προσευχές· Κυρίως στήν διάρκεια τῆς κλάσεως τοῦ ἄρτου, δηλαδή τοῦ εὐχαριστιακοῦ δείπνου, σφυρηλατεῖται ἡ «ὁμόθυμος προσκαρτέρησις» (Πράξεων αʹ 14), γίνεται ἐμπειρία ἡ παρουσία τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, ἡ θυσία Του «καταγγέλλεται» καί διατηρεῖται ἡ προσδοκία τῆς ἐπιστροφῆς Του «ἄχρις οὗ ἄν ἔλθη» (Αʹ Κορινθίους ιαʹ 26). Τά ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀπέχουν ἀπό τήν ἁμαρτία πού τήν ἀποστρέφονται καί τήν ἀρνοῦνται, τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὑπακούουν στό θέλημά Του καί ἀγωνίζονται διά τήν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν. ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ òA ν πολλοί σύγχρονοί μας, ὅταν ἀναφέρονται στήν Ἐκκλησία ἀναφέρονται στόν ἀνθρώπινο χαρακτῆρα της, στήν ἀνθρώπινη διάστασι καί ὄψι της, ὅτι εἶναι μιά παγκόσμιος κοινωνία προσώπων μέ καλή ὀργάνωσι, δομή καί συγκρότησι, ἑνωμένων μεταξύ τους μέ κοινή πίστι καί κοινή λατρεία, ἡ Ἁγία Γραφή, ὅμως, ὅταν ἀπευθύνεται στήν πίστι μας, τήν χαρακτηρίζει ὡς μυστήριο κρυμμένο ἄλλοτε στό Θεό, τό ὁποῖο ὅμως ἐφανερώθη καί ὡς ἕνα σημεῖο ἐπραγματοποιήθη (Ἐφεσίους αʹ 9 καί ἑξῆς καί Ρωμαίους ιστʹ 25 καί ἑξῆς) «ἐπ’ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων» (Ἑβραίους αʹ 2).

Εἶναι τό μυστήριο ἑνός λαοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀκόμη, ὁ ὁποῖος ὅμως κατέχει τήν ἐγγύησι τῆς σωτηρίας διά τοῦ ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ πιστός λαός εἶναι ἡ προέκτασι στόν τόπο καί στόν χρόνο τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ἑστία τῆς ἀγάπης. Εἶναι τό μυστήριο ἑνός θεανθρώπινου θεσμοῦ, στόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά βρεῖ τό φῶς, τήν ἄφεσι, τήν χάρι «εἰς ἔπαινον δόξης τῆς χάριτος αὐτοῦ» (\EÊÂσίους αʹ 16).

1. Προετοιμασία τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ Θεός μέ μεγάλη σοφία προετοίμαζε τήν σύναξι τῶν διασκορπισμένων παιδιῶν Του.

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης αὐτή τήν διάστασι δίδει στήν θυσία, στόν σταυρικό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Καϊάφας, ἀρχιερεύς ὤν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου... προεφήτευσεν, ὅτι ἔμελλεν ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπέρ τοῦ ἔθνους, καί οὐχ ὑπέρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ’ ἵνα καί τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα συναγάγη εἰς ἕν» (È·ã 49, 51-52).

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κοινότητα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τήν δυνατότητα τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας. «Ὁ δέ Κύριος προσετίθει τούς σωζομένους καθ’ ἡμέραν τῆ Ἐκκλησία» (Πράξεις βʹ 47).

Ἡ θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας, ἄν καί ἀποκορυφώνεται μέσα στήν κοινότητα αὐτή, εἶχε συλληφθεῖ 4. Ὁ πιστός λαός Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, οἰκοδομή τοῦ Χριστοῦ, ἐμψυχωμένη καί κατοικημένη ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐδόθη στούς ἀνθρώπους, στούς Ἀποστόλους «διά πνεύματος Ἁγίου οὕς ἐξελέξατο» (Πράξεις αʹ 2) ὁ Ἰησοῦς καί σ’ ὅσους ἐν συνεχεία θά λάβουν τό χάρισμα νά κυβερνοῦν τόν πιστό λαό.

Ὁδηγημένη ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Αʹ Τιμοθέου γʹ 15), ἱκανή, χωρίς λιποψυχία νά φυλάσσει τήν παρακαταθήκη τῶν «ὑγιαινόντων λόγων» (Αʹ Τιμοθέου αʹ 13), τούς ὁποίους παρέλαβε ἀπό τούς Ἀποστόλους, δηλαδή νὰ τήν ἐκθέσει καί νά τήν ἐξηγεῖ χωρίς πλάνη. Συγκροτημένη σέ Σῶμα Χριστοῦ μέσω τοῦ Εὐαγγελίου, γεννημένη ἀπό τό ἕνα βάπτισμα, θρεμμένη ἀπό τόν ἕνα ἄρτο, συνάγει σ’ ἕνα μόνο λαό τά τέκνα τοῦ κοινοῦ Θεοῦ καί Πατέρα «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίω ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, μετά πάσης ταπεινοφροσύνης καί πραότητος, μετά μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπη, σπουδάζοντες τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἐν τῶ συνδέσμω τῆς εἰρήνης. ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾶ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα, εἷς Θεός καί πατήρ πάντων, ὁ ἐπί πάντων, καί διά πάντων, καί ἐν πᾶσιν» (Ἐφεσίους δʹ 1-6).

Ἐξαλείφει τίς ἀνθρώπινες διχόνοιες, συμφιλιώνοντας στούς κόλπους ἑνός μοναδικοῦ λαοῦ Ἑβραίους καί Εἰδωλολάτρες, πολιτισμένους καί βαρβάρους, κυρίους καί δούλους, ἄνδρες καί γυναῖκες. Ἡ ἑνότητα αὐτή εἶναι καθολική «Πάντες γάρ υἱοί Θεοῦ ἐστε διά τῆς πίστεως ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ. Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος, οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ» (Γαλ. γʹ 26-29). Ἔγινε γιά νά συνενώσει ὅλες τίς ἀνθρώπινες ἀντιθέσεις, γιά νά προσαρμοσθεῖ σ’ ὅλες τίς μορφές πολιτισμοῦ, γιά νά ἀγκαλιάσει ὁλόκληρο τό σύμπαν «ἐν γάρ Χριστῶ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλά πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλάτες εʹ 6).

Αὐτή τήν ἑνότητα ὀφείλουν νά φυλάσσουν οἱ πιστοί κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Ἐφεσίους δʹ 3).

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία, ὄχι μόνο στήν κεφαλή της, στίς ἀρθρώσεις καί στούς ἁρμούς Της, ἀλλά καί στά μέλη Της, τά ὁποῖα ἡγίασε τό βάπτισμα μέ τήν δύναμι καί τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὑπάρχουν βέβαια καί ἁμαρτωλοί μέσα στήν cyan magenta yellow black

Ἂν διαβάζετε σὲ ἄλλη γλῶσσα, ἡ μετάφρασι εἶναι αὐτόματη· ἐπίσημο εἶναι τὸ ἑλληνικὸ κείμενο τῆς ἐκδόσεως. Ἐπιλέξτε μιὰ φράσι γιὰ νὰ τὴ μοιραστεῖτε ὡς κάρτα.