Ἱερὰ Μητρόπολις Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ

Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ · Κυριακὴ 8 Νοεμβρίου

Ἡ ζωή μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό

Τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ἀστερίου κ. Καλλίνικου

Κήρυγμα Κυριακῆς Ζ΄ Λουκᾶ

«Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός»

(Πρός Γαλάτας, β΄, 20)

«Τήν Υἱό ζωήν δέ τήν ὁποίαν τώρα ζῶ εἰς τό σῶμα, τήν ζῶ μέ πίστιν εἰς τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἀγάπησε καί παρέδωκε τόν ἑαυτόν του πρός χάριν μου».

Ἀπόδειξη τῆς μεγάλης εὐγνωμοσύνης πού αἰσθανόταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρός τόν Ἰησοῦν Χριστόν εἶναι τά πιό πάνω λόγια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Ἐκφράζουν ἀκόμη ἕνα βαθύτατο, ἔντονο καί συνεχές βίωμα τό ὁποῖο ὑπῆρχε στήν καρδιά του καί τόν νοῦ τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου Παύλου. Ἀπό αὐτό τό ὑπέροχο βίωμα ξεπήδησαν τά θεῖα αὐτά λόγια τῆς σημερινῆς Ἀποστολικῆς περικοπῆς τά ὁποῖα καί μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά ὁμιλήσουμε περί αὐτοῦ. Τρία ὑπέροχα συναισθήματα κρύπτονται κάτω ἀπό αὐτή τήν εἰλικρινή ἐξομολόγηση τοῦ Παύλου.

1. Εὐγνωμοσύνη

Ἄπειρη εὐγνωμοσύνη ἔτρεφε καί διατηροῦσε στήν καρδιά του ὁ Ἀποστολος Παῦλος πρός τόν λατρευτό Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν. Αἰτία αὐτῆς τῆς βαθύτατης εὐγνωμοσύνης ἦταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Κυρίου ὑπέρ αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Τήν εὐγνωμοσύνη αὐτή ὅλοι πρέπει νά τήν ἀποκτήσουμε. Ὅλοι μποροῦμε νά τήν ἀποκτήσουμε. Ὅταν σκεφθοῦμε ποιοί εἴμαστε καί σέ ποιό κάλλος καί σέ ποιά ὡραιότητα μᾶς ὡδήγησε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Τί εἴμασταν ὄντως ἀδελφοί πρίν ἔλθει καί μᾶς στολίσει μέ τήν θεία δόξα ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ; Αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας. Πονηροί δοῦλοι τῶν παθῶν μας. Ἀχάριστοι πρός τόν οὐράνιο Πατέρα μας καί Θεό μας. Νεκροί καί ὅμως ἀπό τήν ἀθλιότητα αὐτή ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐξύψωσε καί μᾶς ἀνεβίβασε στά ὕψη καί τήν θεία περιοπή καί εὐπρέπεια. Μᾶς πρόσφερε δῶρα τά ὁποῖα σέ κανένα ἄλλο ἐκ τῶν δημιουργημάτων του ἐχάρισε, οὔτε καί σέ αὐτούς τούς ἀγγέλους καί τίς οὐράνιες δυνάμεις πού εὑρίσκονται στήν ὑπακοή καί τήν ὑπηρεσία του. Κατά τόν Ἅγιον Ἀναστάσιον τόν Σιναΐτην Πατριάρχη Ἀντιοχείας, οἱ Ἄγγελοι ἐπιθυμοῦν νά ἐνοικήσει κατ’ οὐσίαν ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καί στήν δική τους φύση, ὅπως καί στήν δική μας καί δέν τούς ἐδόθει. Ἐπιθυμοῦν καί αὐτοί νά προσκυνοῦνται ἀπό ἐμᾶς καί νά δοξάζωνται καί νά κάθονται στόν χερουβικό θρόνο στούς κόλπους τοῦ οὐράνιου πατρός, ὅπως ἡ δική μας φύση καί δέν τούς ἐπετράπη. Ἐπιθυμοῦν νά ἔχουν τά κλειδιά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί νά καθίσουν ὅπως πρόκειται νά γίνει μέ τούς Ἀποστόλους, οἱ δώδεκα θρόνοι νά κρίνουν τόν κόσμο καί δέν τούς δόθηκε. Ἐπιθυμοῦν νά ἔχουν τέτοια παρρησία πρός τόν Χριστό. Ὅπως αὐτή πού εἶχε ὁ ἀνακληθείς ἐπί τῷ στήθει, ἡ ἀλείψασα τά πόδια του μύρο γυναῖκα καί ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί καί δέν τήν ἔχουν.

Ἐνῶ γιά μᾶς ὁ Χριστός κατῆλθε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ. Ἀπό τήν γῆ στόν ᾍδη. Ἀνέβη στόν Σταυρό γιά νά ἀναβιβάσει ἐμᾶς στόν οὐρανό. Ἅπλωσε τά πανάχραντα χέρια Του καί συγκέντρωσε τούς διασκορπισμένους. Ἔχυσε τό Ἅγιο Αἷμα Του ζωοποιώντας μας. Ἐσταυρώθηκε, Ἀπέθανε, Ἐτάφη, Ἀνέστη, Ἀνελήφθη γιά μᾶς. Περισσότερο ἀπό ὅλα τά δημιουργήματά Του ἐμᾶς ἀγάπησε, ἀφοῦ θυσιάσθηκε γιά μᾶς.

2. Ταπείνωση

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἄν καί εἶχε πολλούς λόγους νά καυχᾶται ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἐν τούτοις ὅλα τά λησμονεῖ καί ταπεινώνεται. Ἐνῶ τόσο εἶχε προσφέρει γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, κανένας κόπος, καμμία θυσία του, καμμία προσφορά του, καμμία ἐπιτυχία του, κανένα ἔργο του δέν ἐθεωρήθηκε ἄξιο προβολῆς καί καυχήσεως.

Πόσο διαφέρουμε ὄντως ἐμεῖς. Ἐμεῖς πού δέν ἔχουμε προσφέρει ὄχι ὅσα ὁ Παῦλος ἀλλά τίποτε, καμαρώνουμε μπροστά στόν Χριστό. Ἔχουμε μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό μας. Δέν ἀνεχόμαστε νά μᾶς παραθεωρήσουν οὔτε στό παραμικρό οἱ ἄλλοι. Φουσκώνουμε ἀπό καύχηση, ὑπεροψία, κενοδοξία. Γι’ αὐτό μᾶς ἐγκατέλειψε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Ἐπειδή ὁ Θεός ἀναπαύεται στούς ταπεινούς.

Σ’ αὐτούς δίνει τήν χάρη καί τιμές καί οὐράνια ἀξιώματα. Μέ ταπείνωση ἐξομολογήθηκε ὁ Παῦλος τήν ἀναξιότητά του καί τήν ἀθλιότητά του γιά τήν ὁποία θεωροῦσε πώς ὁ Χριστός ἦλθε προσωπικῶς γι’ αὐτόν.

3. Ἐλπίδα

Τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου εἴπαμε ὅτι κρύβουν εὐγνωμοσύνη καί ἀναγνώριση ὅσων ἔκαμε ὁ Χριστός γιά μᾶς, ταπείνωση καί συντριβή ἐνώπιόν Του. Εἶναι ἀκόμη λόγια ἰσχυρᾶς ἐλπίδος πρός Χριστόν. Ζοῦσε μέ πίστη καί ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό. Ἀκολουθοῦσε τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἐμιμεῖτο τόν Χριστό. Προσδοκοῦσε νά λάβει ἀπό τόν Χριστό τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἀρνήθηκε τόν ἁμαρτωλό κόσμο καί τίς μάταιες ἐπιθυμίες. Προσηλώθηκε στόν Χριστό καί τήν Πνευματική ζωή. Προσευχόταν, Ἀγωνιζόταν, Ἐργαζόταν γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Ἐμεῖς τί ἀπό ὅλα αὐτά πράττουμε;

Ἀδελφοί μου, Αὐτά εἶναι τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού ἁπαρτίζουν τό θεῖο αὐτό βίωμα καί τήν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Γιά νά ζεῖς μέ πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό πρέπει α. νά εἶσαι ταπεινός καί νά σοῦ συμπεριφέρονται μέ ταπείνωση, β. νά αἰσθάνεσαι εὐγνωμοσύνη γιά ὅσα σοῦ προσφέρει ὁ Χριστός καί γ. νά ζεῖς μέ ἐλπίδα στόν Χριστό.

Ἔτσι ἀποκτᾶται ἡ πεῖρα τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἐπικοινωνίας καί ἑνώσεως μέ τόν Χριστό.

* Κήρυγμα τῆς 6.11.2011 Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, Πρός Γαλάτας, β, 16-20.