Ἱερὰ Μητρόπολις Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ

Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ · Κυριακὴ 8 Νοεμβρίου

Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό

Τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ἀστερίου κ. Καλλίνικου

Ὁμιλία τήν Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ (28.10.2018)

Τόσο ὁ Ἰάειρος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅσο καί ἡ αἱμορροοῦσα γυναῖκα τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι καί οἱ δύο ἀντιπροσωπευτικές περιπτώσεις ἀνθρώπων σέ στενοχώρια καί ἀπελπισία. Ζοῦν ἔντονα ἕνα προσωπικό τους πρόβλημα καί δέν ἔχουν τήν δύναμη νά τό λύσουν. Ὁ μέν Ἰάειρος ἔχει ἑτοιμοθάνατη τήν θυγατέρα του, ἡ αἱμορροοῦσα ἐνῶ δαπάνησε τήν περιουσία της γιά νά θεραπευθεῖ ἀπό τήν ἀσθένειά της δέν κατόρθωσε νά θεραπευθεῖ. Καί οἱ δύο εἶχαν ἐξαντλήσει τά ἐγκόσμια μέσα ἀντιμετωπίζοντας τά προβλήματά τους. Παρά ταῦτα ὅμως, δέν ἔπαυσαν νά ἐλπίζουν καί νά προσπαθοῦν ἔστω καί ἀπεγνωσμένα νά ξεπεράσουν αἰσίως τά προβλήματά τους. Γι’ αὐτό καταφεύγουν στόν Κύριό μας καί τοῦ ζητοῦν ἡ μέν τήν θεραπεία τῆς ἀσθένειάς της, ὁ δέ τήν θεραπεία τῆς ἀσθενούσης καί ἀποθνησκούσης θυγατέρας του. Ὁ Κύριός μας φιλάνθρωπος σπλαχνίσθηκε καί τούς δύο γιά τήν ἐμπιστοσύνη τους σέ Αὐτόν. Τήν αἱμορροοῦσα τήν διαβεβαίωσε ὅτι θεραπεύθηκε ἀπό τήν μεγάλη της πίστη καί τήν ἐνεθάρρυνε νά συνεχίσει νά ἐμπιστεύεται τόν Θεό γιά τήν λύση τῶν προβλημάτων της. Στόν Ἰάειρο συνέστησε νά μήν ἀπελπίζεται, νά μήν φοβᾶται ἀλλά μόνο νά πιστεύει σέ Αὐτόν.

«Μή Φοβοῦ. Μόνο πίστευε». Μέ ἀφορμή τά περιστατικά τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς καί τόν λόγοπαρότρυνση τοῦ Κυρίου μας στόν Ἰάειρο νά μήν φοβᾶται, μόνο νά πιστεύει θά μιλήσουμε γιά τήν ἐμπιστοσύνη πού πρέπει νά ἔχουμε στόν Κύριό μας.

Ὁ κάθε ἄνθρωπος βασανίζεται ἀπό μιά ἀγωνία πού προέρχεται ἀπό τήν ἀβεβαιότητα τοῦ μέλλοντος. Λυποψυχεῖ ὅταν βρίσκεται σέ ἀδιέξοδο. Περισφίγγεται, πνίγεται, κυριεύεται ἀπό τόν φόβο. Καταπιέζεται, βυθίζεται στήν ἀπόγνωση. Ποικίλα προβλήματα φυγαδεύουν τήν εἰρήνη ἀπό τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καθώς ἀνυπέρβλητα τόν καταπιέζουν καί αὐτός παλεύει ἀπελπισμένα νά τά ξεπεράσει. Τέτοιες ἀνάλογες καταστάσεις βιώνει ὁ καθένας μας.

Σέ αὐτές λοιπόν τίς περιπτώσεις καί τίς στιγμές τοῦ βίου του ὁ ἄνθρωπος πού ἀντιμετωπίζει τά καθήκοντα τῆς ζωῆς καί τούς κινδύνους της ἔχει ἀνάγκη ἀπό στηρίγματα σ τά ὁποῖα μπορεῖ νά ὑπο λογίζει. Γιά νά μήν τόν παραλύσει τό ἄγχος. Ἀλλά γιά νά μπορέσει, παρά τίς δοκιμασίες νά ὑπομένει καί νά ἐλπίζει ὅτι θά φθάσει στόν σκοπό του, πρέπει νά ἔχει ἐμπιστοσύνη, νά στηρίζεται καί νά καταφεύγει στόν Θεό. Μόνο στόν Θεό μπορεῖ νά ἐλπίζει ὁ ἄνθρωπος ὅτι θά βρεῖ στήριγμα, καταφυγή καί παρηγοριά. Τά ἐγκόσμια εἶναι ἀδύναμα νά παρέχουν τέτοια σιγουριά καθώς εἶναι ἀσταθῆ καί ἀβέβαια, περιορισμένα καί σχετικά. Σέ τίποτε ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά στηρίζεται καί νά ἐλπίζει. Ἡ νεότης παρέρχεται. Ἡ δόξα ἐκπίπτει. Ἡ ἰσχύς ἐγκαταλείπει. Τά χρήματα τελειώνουν. Τά ἀγαθά φθείρονται. Οἱ ἄνθρωποι πού ἐμπιστεύονται τά ἐγκόσμια μαθαίνουν ἀπό πεῖρα, ὅτι αὐτό σημαίνει ἐμπιστοσύνη στό ψέμα καί γεύονται τούς καρπούς τῆς μάταιης ἐμπιστοσύνης τους. Καί μένει τέλος ὁ ΘΕΟΣ τό μοναδικό στήριγμα στήν ζωή μας. Αὐτόν μποροῦμε νά τόν ἐμπιστευόμαστε ἄφοβα γιατί κανένας δέν διαψεύσθηκε καί δέν ἀπογοητεύθηκε ἐπειδή στηρίζει τήν πᾶσαν ἐλπίδα του σέ Αὐτόν. Τόσο ἡ Παλαιά ὅσο καί ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι γεμᾶτες ἀπό περιπτώσεις ἀνθρώπων πού ἐμπιστεύτηκαν στόν Θεό ὄχι μόνο τήν λύση τῶν πιεστικῶν προβλημάτων τους, ἀλλά ὁλόκληρη τήν ζωή τους καί τό μέλλον τους καί δέν διαψεύθηκαν οὔτε ἐγκαταλείφθηκαν, γι’ αὐτό εἶναι «μακάριοι ὅλοι ὅσοι ἐλπίζουν σέ αὐτόν» (Ψαλμός β΄, 13). Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό εἶναι μιά συνεχής στάση ζωῆς. Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ζοῦν οἱ πιστοί. Ὁ πιστός ἐμπιστεύεται γιά ὅλα τά προβλήματά του τόν παντοδύναμο Θεό καί πατέρα του. Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό εἶναι τόσο πιό ἀκλόνητη, ὅσο γίνεται πιό ταπεινή. Βέβαια δέν θά πρέπει νά παραβλέπουμε τό γεγονός, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί ἀκόμα νά μήν ὑποτιμοῦμε τήν ἐνέργεια τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων μέσα στόν κόσμο πού ἀπαιτοῦν νά τόν ἐξουσιάζουν. Ἔτσι ὁ πιστός ἀναγνωρίζει τήν παντοδυναμία καί τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ πατέρα, πού θέλει νά σώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους καί νά τούς καταστήσει θετούς γιούς του «διά Ἰησοῦ Χριστοῦ». Αὐτά τά συναισθήματα καί αὐτές οἱ ἔννοιες γεννοῦν τήν ταπείνωση, τό φρόνημα, στό ὁποῖο εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Ἐμπιστοσύνη καί ταπεινοφροσύνη εἶναι πράγματι ἀχώριστες. Ἐκφράζονται στήν προσευχή τῶν πτωχῶν ὅπως αὐτή τοῦ 39ου ψαλμοῦ: «ἐγὼ δὲ πτωχὸς καὶ πένης εἰμί. Ὁ κύριος μὲ φροντίζει».

Ὅσοι ἐμπιστεύονται ἔτσι ταπεινά τόν Κύριο στή ζωή τους αἰσθάνονται μιά χαρούμενη σιγουριά. Ὁ Κύριός μας κατόρθωσε νά νικήσει ὅλες τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ καί νά προσελκύσει ὅλους τούς ἀνθρώπους κοντά του. Δέν προκαλοῦσε μόνο τήν ἐμπιστοσύνη τους, ἀλλά καί θεμελίωνε τήν ἀσφάλειά τους. Γι’ αὐτό ὁ χριστιανός πού ἔχει ἐμπιστοσύνη γίνεται καί πιστός μάρτυρας. Στηρίζει τήν πιστότητά του στήν πιστότητα τοῦ Θεοῦ, ἔχει τήν πεποίθηση ὅτι ἡ θεία Χάρις θά τελειώσει τό ἔργο του. Πρῶτοι οἱ ἀπόστολοι, κατόπιν οἱ μάρτυρες καί στήν συνέχεια ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀνά τούς αἰῶνες ἔζησαν ἔχοντες ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Καί αὐτή τούς ἔδινε μιά χαρούμενη καί ὑπερήφανη σιγουριά. Γι’ αὐτό δέν φοβήθηκαν τίποτε. Καμμιά ἀπειλή δέν κλόνισε τήν πίστη τους. Κανένας κίνδυνος, καμμιά θυσία δέν μείωσαν τήν ἀγάπη τους στόν Θεό. Ἄν καί ἔπασχον, ὑπέφεραν, ἐδιώκοντο ἤ ἐταλαιπωροῦντο δέν λυπόντουσαν, οὔτε φοβόντουσαν. Γνώριζαν ὅτι ὁ Θεός εἰσακούε ι τίς προσευχές τους καί ἡ θλίψη τους θά μεταβληθεῖ σέ χαρά τήν ὁποία κανείς δέν θά μπορέσει νά τούς ἀφαιρέσει, γιατί εἶναι ἡ χαρά τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἀδελφοί μου, Μέ τέτοια ἐμπιστοσύνη πλησίασαν ἡ αἱμορροοῦσα καί ὁ Ἰάειρος τόν Κύριό μας. Δέν διαψεύσθησαν γιατί ἤλπισαν σέ Αὐτόν. Ἔλαβαν αὐτό πού ζητοῦσαν. Καί ὄχι μόνο αὐτό ἀλλά καί περισσότερο.

Ὁ Ἰάειρος προσδοκοῦσε τήν θεραπεία τῆς θυγατέρας του ἀπό τόν Χριστό. Καί ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε μεγαλύτερη χαρά, ἀνασταίνοντάς την ἐκ τῶν νεκρῶν. Στούς καιρούς μας πού οἱ ἐλπίδες διαψεύδονται καί τά στηρίγματα κλονίζονται εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν ζωή μας νά προσβλέπουμε μέ ἐμπιστοσύνη στόν ΚΥΡΙΟ μας. Εἶναι ὁ μόνος ἀψευδής ὡς παντοδύναμος.

* Ὁμιλία τήν Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ (28.10.2018).