Ἱερὰ Μητρόπολις Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ
Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ · Κυριακὴ 8 Νοεμβρίου
Συνδυάζεται ἡ Πίστη μέ τήν Λογική;
Τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ἀστερίου κ. Καλλίνικου
Κήρυγμα Κυριακῆς Ζ΄ Λουκᾶ
Η Πίστη μέ τήν Λογική;
* «... μὴ φοβοῦꞏ μόνον πίστευε καὶ σωθήσεται.»
(Λουκᾶ η´, 50)
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος», ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Καί πράγματι πέρασε ἀπό πόλεις, χωριά, ἐπαρχίες καί δίδαξε τούς ἀνθρώπους, τούς θεράπευσε ἀπό κάθε ἀσθένεια. Δέν ὑπολόγισε κόπο, ἀπόσταση, ἀλλά ἦταν παρών παντοῦ γιά νά θεραπεύσει τόν ἄνθρωπο ἀπό πάσης π λευρᾶς ἀλλά καί γιά κάτι ἄλλο σημαν τικό, γιά νά τούς ὁδηγήσει στήν πίστη.
Στήν σημερινή Εὐαγγελική περικοπή τήν ὁποία καί ἀκούσαμε, ὁ Κύριός μας κάνει λόγο γιά τήν ἀξία τῆς πίστεως δύο φορές. Τήν μία ὅταν εἶπε στήν αἱμορροοῦσα γυναῖκα ὅτι ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε καί τήν ἄλλη ὅταν συνέστησε στόν Ἰάρειο νά πιστεύσει γιά νά σωθεῖ ἡ πεθαμένη θυγατέρα του. Ἔτσι παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τό Εὐαγγέλιο, θά μπορέσουμε νά δοῦμε κατά πόσο ἔχει λογική βάση ἡ πίστη μας στόν Θεό.
Ἡ σημερινή «σύγχρονη», «προοδευτική», «παντογνώστρια» ἀνθρωπότης ἀντιδρᾶ καί προβληματίζεται ὅταν τήν καλέσεις νά πιστέψει αὐτά τά ὁποῖα κηρύττει ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας καί ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Θέλοντας νά ἀποδείξουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι εἶναι προοδευτικοί, μορφωμένοι, καλλιεργημένοι, ἔξυπνοι, ἀρνοῦνται νά πιστέψουν ἤ νά παραδεχθοῦν κάτι πού δέν ξέρουν, δέν γνωρίζουν ἤ δέν καταλαβαίνουν.
Καί ἐπειδή αὐτά πού λέγει ἡ θρησκεία εἶναι ἀναπόδεικτα, εὔκολα τά περιφρονοῦν. Μέ τήν πρώτη ματιά αὐτά φαίνονται ὡς σωστά. Γιατί ἀνήκει στό παρελθόν ἡ ἐποχή πού οἱ ἄνθρωποι πίστευαν κάτι πού ἦταν τελείως ἄγνωστο στό ἀνθρώπινο μυαλό τους. Σήμερα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά θέλει γιά νά παραδεχθεῖ κάτι, καί ἀπορρίπτει κάθε τι πού δέν μπορεῖ νά τό κριτικάρει. Ὅλα αὐτά τά προβάλλουν οἱ ἄνθρωποι ὡς δικαιολογίες γιά τήν ἀπιστία τους πρός τόν Θεόν καί τήν ἄρνησή τους πρός αὐτόν.
Βεβαίως ἀναγνωρίζουμε πώς ὁ ἄνθρωπος ἔκανε τεράστια βήματα στόν ἐπιστημονικό καί τεχνολογικό τομέα. Ὡστόσο ὅμως ὁ ἴδιος αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού θεοποίησε τό μυαλό του καί τήν γνώση του, δέν θεωρεῖ μειω μένο τόν ἑαυτό του ὅταν ἀναγκάζεται, γιά νά στηρίζει τήν γνώση του, νά καταφύγει στήν ἀποδοχή προτάσεων πού βασίζονται πάνω στήν πίστη, σέ κάτι πού οὔτε ἀποδεικνύεται, οὔτε εἶναι κατά βάθος γνωστό. Καί θά ἀναφέρω μερικά παραδείγματα γιά νά γίνει πιό κατανοητό. Ὅλες σχεδόν οἱ ἐπιστῆμες ἔχουν ἀνεξιχνίαστα σημεῖα πού δέν ἐμποδίζουν τούς ἐπιστήμονες στήν πρόοδό τους. Π.χ. δέν ξέρει κανείς νά μᾶς πεῖ τί εἶναι φῶς, τί εἶναι ὕλη, ὁ ἠλεκτρισμός, ὁ μαγνητισμός. Μποροῦμε καί τό πράττουμε μέ τό νά πιστεύσουμε στίς ἰδιότητές τους, ἀλλά τί εἶναι δέν ξέρουμε. Κανείς ὅμως ἐπιστήμονας δέν σκέφθηκε νά σταματήσει τό ἔργο του ἐπειδή τοῦ εἶναι ἄγνωστα τά στοιχεῖα αὐτά. Τοῦ ἀρκεῖ ὅτι βλέπει τίς ἐκδηλώσεις τους καί πιστεύει πώς ὑπάρχουν.
Ἀκόμα στήν καθημερινή μας ζωή ἄν κοιτάξουμε προσεκτικά θά διαπιστώσουμε εὔκολα, ὅτι ἔχουμε ἐκδηλώσεις πίστεως τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον. Ὅταν μπαίνουμε σέ ἕνα αὐτοκίνητο, σέ ἕνα λεωφορεῖο, δέν ἀξιώνει κανείς ἄν ὁ ὁδηγός ἔχει δίπλωμα. Πιστεύουμε ὅτι ἔχει καί ὅτι εἶναι καί ἱκανός καί καλός ὁδηγός. Ὅταν καθόμαστε νά φᾶμε σέ ἕνα ἑστιατόριο κανείς δέν μᾶς ζητᾶ νά φάει πρῶτα ὁ μάγειρας μπροστά μας γιά νά διαπιστώσουμε ὅτι τό φαγητό εἶναι ἀσφαλές χωρίς δηλητήριο. Καί ἐπίσης κανείς δέν ζήτησε ἀπό τούς γονεῖς του χαρτιά γιά νά βεβαιωθεῖ ὅτι ἐκεῖνοι τόν ἐγέννησαν. Συμπερασματικά ἀποδεικνύεται ὅτι πιστεύουμε χωρίς νά θέλουμε καί ἐπίσης χωρίς νά μποροῦμε νά ἐλέγξουμε αὐτό τό ὁποῖο πιστεύουμε.
Τό ζητούμενο ὅμως εἶναι ὅταν καλούμαστε νά πιστεύσουμε στόν Θεό, τότε θυμόμαστε ὅλες τίς δικαιολογίες καί ἐπιστρατεύουμε ὅλα τά ἐπιχειρήματα. Τότε ἀρνούμαστε ἐπιμόνως καί λοιδοροῦμε τήν πίστη καί λέμε ὅτι δέν εἶναι σωστό νά πιστεύουμε στήν Γραφή καί στήν Ἐκκλησία. Ἐδῶ παρουσιάζουμε μία αὐτονομία. Γιατί ἡ πίστη ἀρχίζει ἐκεῖ πού σταματάει ἡ γνώση. Ἄμα κάτι τό ἐλέγξω καί τό ἐγκρίνω, τό παραδέχομαι γιατί πλέον τό γνωρίζω. Ὅτι ὅμως τό ἐγκρίνω χωρίς νά μπορῶ νά τό ἐλέγξω, αὐτό τό παραδέχομαι γιατί τό πιστεύω.
Στήν πίστη ὑπάρχουν σημεῖα πού δέν ἐλέγχονται μέ τά ἀνθρώπινα μέτρα καί τίς δυνατότητές μας. Αὐτά ὅσοι μποροῦν τά πιστεύουν. Οἱ ἄλλοι τά ἀρνοῦνται καί μαζί ἀρνοῦνται καί τόν ἑαυτό τους. Γιατί οἱ προτάσεις τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἔχουν ὑπαρξιακό χαρακτῆρα καί ἀπευθύνονται στήν λεπτότερη περιοχή τοῦ Εἶναι τοῦ ἀνθρώπου.
Στήν ἐποχή μας ὁ λόγος γιά ὑπερβατικές ἀλήθειες ἴσως φαίνεται ἀναχρονιστικός. Μά ἡ πίστη στόν Θεό δέν θά χάσει ποτέ τήν ἐπικαιρότητά της καί σάν θέμα συζητήσεως, ἀλλά κυρίως σάν μέτρο καί μέσο καταξιώσεως τῆς φύσεώς μας.
Ἄς μήν ψάχνουμε λογική στήν πίστη μας γιατί δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἔτσι, σ’ αὐτήν τήν βάση. Ἀλλά ἡ πίστη μας στόν Θεό πρέπει νά εἶναι ἑνωμένη μέ τήν φύση καί τήν ὕπαρξή μας, ὡς μία φυσική κατάσταση. Γιατί ὁ φυσικός χῶρος τῆς ψυχῆς εἶναι μέσα στήν αἰωνιότητα καί τόν φυσικό κόλπο τοῦ Θεοῦ Πατρός.
* Κήρυγμα τῆς 27.10.2013 • Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ • Λουκᾶ η΄, 41-56.